Blogger news

αρχική σελίδα » » ένα νεανικό όνειρο

ένα νεανικό όνειρο

εποίησε ο δείμος του πολίτη την Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007 | 1:56 μ.μ.

Το ταξίδι εκείνο τον βάρυνε πάρα πολύ. Το μυαλό του έμοιαζε σαν τμήμα του συννεφιασμένου αθηναϊκού ουρανού, τόσο συννεφιασμένος που μόνο ισχυρή καταιγίδα προμήνυε η οποία σίγουρα ήταν το πιο επικίνδυνο για την πρωτεύουσα (αποψιλωμένη από δέντρα γύρω-γύρω) και γι’ αυτόν. Η βροχή όμως δεν έπεφτε μόνο απ’ έξω. Ταυτόχρονα σχεδόν, με τις ουράνιες υδάτινες πύλες άρχισαν να λειτουργούν και οι δικές του ‘‘αντλίες’’. Τα δάκρυα γλιστρούσαν στα μάγουλά του, όπως ακριβώς οι χοντρές σταγόνες βροχής έγλειφαν τα τζάμια του τρένου. Ένοιωθε σαν να είναι ο ίδιος έξω στη βροχή. Ωστόσο, ακόμη κι όταν η βροχή και οι αδένες του σταμάτησαν, το μυαλό του εξακολουθούσε να μένει συννεφιασμένο, όπως ο βοιωτικός ουρανός, η μνήμη του έτρεχε πίσω, πολύ πίσω.
Θυμήθηκε την μέρα εκείνη, που ο ήλιος έπαιζε ακόμα γλυκά και αυθόρμητα με τα αδύναμα και φευγαλέα σύννεφα και λαμπύριζε κατά τη διάθλαση των λίγων σταγόνων που απόμεναν στις φυλλωσιές των δέντρων. Εκείνη η εικόνα θα ήταν η τελευταία του, αν δε γνώριζε εκείνη και αν εκείνη η ίδια δεν τον σταματούσε πριν το άλμα προς το γκρεμό της Αβύσσου. “Τι κάνεις εκεί;” θυμόταν χαρακτηριστικά το ουρλιαχτό της. “Φύγε× μη σε νοιάζει. Ούτε Σαμαρείτη θέλω, ούτε γυναίκα να βλέπω. Για μια σαν εσένα...” της είπε και στράφηκε προς το κενό έτοιμος να πάρει φόρα...
Και θα σκοτωθείς για μια τσούλα;” τον ρώτησε απότομα μαντεύοντας την υπόλοιπη φράση και το πρόσφατό του παρελθόν. Ήθελε με το στανιό να τον σταματήσει. Και φάνηκε να το πετυχαίνει, αφού την κοίταξε αγριεμένος για τον προσδιορισμό εκείνο: “Τσούλα; Τσούλα; Και είσαι εσύ που την χαρακτηρίζεις έτσι; Με ποιο δικαίωμα και τι θράσος;” Υπήρξε η στιγμιαία έντονα ηχηρή απάντησή του. Αλλά, η θρασύτατη εκείνη κοπέλα είχε πετύχει το σκοπό της× του απέσπασε τόσο την προσοχή, ώστε είχε πια χάσει την ευκαιρία να τσακιστεί στο κενό. Και κανείς δεν ξαναπαίρνει σε τόσο σύντομο διάστημα την απόφαση για αυτοκτονία.
Της τα είπε όλα. Πώς τη γνώρισε, πώς την αγάπησε παράφορα και της χάρισε τα πάντα: καρδιά, αίμα, σώμα ολόκληρο και την περιουσία του όλη. Ότι εκείνη τον εκμεταλλεύτηκε και τα κράτησε δικά της και τον έδιωξε. Τώρα πια δεν είχε περιουσία ούτε δουλειά. Προπάντων, δεν είχε κάποιον δικό του άνθρωπο να στηριχτεί ηθικά. Παρά τα όσα του είχε κάνει όμως την αγαπούσε ακόμα. Εξάλλου, πόσο εύκολα μπορεί να ξεχαστεί μια τέτοια αγάπη, ακόμα κι αν υπήρξε μόνο από τη μια μεριά;
Δεν άργησε να κερδίσει τη συμπάθειά της “ακόμα κι αν έχεις δίκιο και πάλι δεν μπορώ να δεχτώ τη θανατική απόφασή σου”. Εκείνη μόλις έφευγε από μια δουλειά στην επαρχία και είχε χαλάσει την επαγγελματική της συνεργασία με έναν φωτογράφο. Ήταν ταξιδιωτικός πράκτορας και χρειαζόταν φωτογράφο τόσο για τα διαφημιστικά φυλλάδια, όσο και για ένα είδος καρτ ποστάλ. “Πάρε εμένα. Μ’ αρέσει να ταξιδεύω, έχω ανάγκη να γνωρίσω νέους ανθρώπους× τίποτα δε με δένει μ’ αυτή την πόλη. Αν είναι δοκίμασέ με” και συνέχισε πιο απότομα: “Εξάλλου, εσύ με σταμάτησες και τώρα πρέπει να με σώσεις, αλλιώς άδικος κόπος”. Είδε στα μάτια του το παρακαλετό του, την παράκληση για να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του. Είδε την πραγματική απόγνωση στην οποία είχε βουλιάξει και τη σανίδα που έψαχνε τυφλά στη φουσκοθαλασσιά που τον ναυάγησε.
Όφειλε να τον βοηθήσει. Να τελειώσει την προσπάθειά της να τον σώσει. Ήταν πιθανότερο -αν όχι βέβαιο- ότι αν δεν τον στήριζε έστω και λίγο θα έπαιρνε την ίδια μακάβρια απόφαση. Επιπλέον, φαίνονταν συμπαθητικός. Και επιπρόσθετα, η ιστορία του πρόδιδε άνθρωπο που μπορούσες να τον εμπιστευτείς το ίδιο εύκολα, όπως κι εκείνος εμπιστευόταν αυτή την ίδια. Φαίνονταν άνθρωπος που παθιάζεται εύκολα και δίνεται με όλη του την ψυχή σ’ ό,τι κάνει κι αγαπάει. Εξάλλου, αυτό το χαρακτηριστικό τον έσπρωξε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, στο χείλος του γκρεμού. Δεν φαίνονταν να κάνει λάθος. Και πραγματικά είχε δίκιο -ως ένα σημείο μόνο, όμως.
Στο γραφείο της έγινε σύντομα μόνιμος συνεργάτης. Αποδείχτηκε καλύτερος απ’ το αναμενόμενο και η προσωπική τους σχέση δεν έπαιξε καθόλου ρόλο. Είχε γυρίσει σχεδόν τον κόσμο όλο. Γνώρισε ανθρώπους και έθιμα που δεν φανταζόταν. Παράλληλα με τις φωτογραφίες, έγραφε. Μέσα σε δύο χρόνια είχε γίνει ένας από τους γνωστότερους ταξιδιωτικούς συγγραφείς στον κόσμο. Τα βιβλία του εκδίδονταν στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά. Τα κέρδη του τεράστια.
Είχα όμως αρχίσει να χάνομαι απ’ τους δικούς μου ανθρώπους× από εκείνη. Στόχος μου είχε γίνει μόνο το ταξίδι και το βιβλίο που θα έγραφα για κερδίσω κι άλλα χρήματα”.
Είχε όμως αρχίσει να φεύγει από κοντά της. Τον έχανε όλο και περισσότερο. Ταξιδεύοντας μόνος είχε χάσει εκείνον τον τρόπο επικοινωνίας που είχε άλλοτε. “Κλεινόμουν στον εαυτό μου όλο και πιο πολύ, ενώ το στόμα μου έμοιαζε με χρηματοκιβώτιο που μόνο με το σωστό κωδικό άνοιγε. Η καρδιά μου με μεσαιωνική πόρτα, ασφαλισμένη με χοντρή, ενισχυμένη αμπάρα για να ανοίγει μόνο από μέσα. Μόνο που οι μεντεσέδες είχαν σκουριάσει, η αλυσίδα είχε μαγκώσει και η πόρτα δεν άνοιγε πια”.
Ο χωρισμός λογικό επακόλουθο ήρθε γρήγορα.
- Εδώ και πολύ καιρό ταξιδεύω μόνος. Ούτε σπίτι έχω κάποιον να με περιμένει. Ούτε κάποια να μ’ αγαπά, έστω και από μακριά, όπως εσύ εκείνη την πιανίστα, μου είπε.
- Τα οικονομικά σας; Δεν μπορείτε να έχετε πολλά παράπονα. Κανένας ταξιδιωτικός συγγραφέας δεν κερδίζει τόσα.
- Τι να το κάνω; Μόνιμοι αγοραστές των βιβλίων μου είναι τα μερικά εκατομμύρια ταξιδιωτικά γραφεία στον κόσμο, που ψάχνουν εξωτικές και πρωτότυπες περιοχές-τοποθεσίες για να οργανώσουν ταξίδια. Το ξέρεις ότι ταξιδεύω σχεδόν πάντα δωρεάν;
Ήξερα καλά ότι τον καλούσαν διάφορα ξενοδοχεία ή κυβερνητικοί παράγοντες για να γράφει γι’ αυτούς κι έτσι να διαφημιστούν και να προσελκύσουν κόσμο και πολίτες τους.
- Τι να το κάνω όμως; Πάλι μόνος ταξιδεύω και μόνος μένω στη βάση μου. Όταν δεν μπορείς να έχεις επαφή με τους ανθρώπους κοντά σου, τότε το ταξίδι είναι ανιαρό, πονά και τρυπά σαν τη σύριγγα του ετοιμοθάνατου ναρκομανή.
Φαίνονταν να είχε δίκιο. Είχε χαθεί μέσα στην παραζάλη των ταξιδιών, του νεανικού εκείνου ονείρου να γυρίσει τον κόσμο όλο, να τον γνωρίσει και να πάρει ενθύμια. Το ότι το έκανε δωρεάν βγάζοντας ταυτόχρονα χρήματα τον ζάλισε ακόμα πιο πολύ. Μόνο που στη δική του περίπτωση το όνειρο έγινε πραγματικότητα και ξεπέρασε τη νεανική ηλικία.
Μεσήλικας πια δεν μπορούσε να αλλάξει εύκολα τη ζωή του κι ούτε να προσαρμοστεί σε έναν άλλο κόσμο. Η μόνη αλλαγή του ήταν το ότι άρχισε να γράφει νουβέλες, που στηρίζονταν στα αμέτρητα ταξίδια του. Κείμενα υγρά από τα δάκρυά του, πνιγμένα στη μοναξιά, το χωρισμό, τη φυγή, το ταξίδι.
- Από παρέες ή άλλους φίλους δεν έχετε πουθενά στον κόσμο;
- Μόνο συνεργάτες, κυρίως εκδότες. Γνωρίζω όλους τους παπαράτσι της υφηλίου σε σημείο που η βασιλική οικογένεια της Μεγάλης Βρετανίας θα μπορούσε να με προσλάβει για να αποφεύγει τα σκάνδαλα. Γνωρίζω, όντως, πολύ κόσμο. Παρέες δεκάδες. Διαφορετική σε κάθε χώρα. Γυναίκες ακόμα πιο πολλές. Με τα χρήματά μου και το όνομα μου είχα όποια ήθελα. Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει;
Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει; Αυτή η φράση τυμπάνισε τόσο πολύ στ’ αυτιά μου... Σαν αντήχηση την άκουγα όλο και πιο δυνατά. Δεν ήμουν άνθρωπος που λυπόταν εύκολα τους γύρω μου. Εξάλλου το επάγγελμα του δημοσιογράφου με έκανε σκληρό σαν διαμάντι για να αντέχω την πίεση και παράλληλα να ξύνω και το σκληρότερο μετάλλευμα για να βρω την πολυτιμότερη ουσία του.
Αλλά το γαμήσι από μόνο του τι να σου προσφέρει; άκουσα ξανά τη φράση. Ο άνθρωπος τούτος είχε εγκαταλείψει από το ίδιο του το σώμα. Έμοιαζε με ναρκομανή που τρυπά το σώμα του χωρίς να νοιάζεται για τη ζωή. Δεν ήθελα όμως να τον λυπηθώ. Μόνος του, τελείως συνειδητά είχε επιλέξει αυτό τον τρόπο ζωής. Τά ’θελε και τά ’παθε. Κι αν το μετάνιωσε και το γύρισε στο συγγραφικό μελό αυτός έφταιγε και ήθελε μόνο να εξαγνιστεί. Προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για τις επιλογές του στον εαυτό του. Μου έμοιαζε να βλέπω τον εγωισμό του να ξεχειλίζει.
- Αν δεν έχεις κάποιον δικό σου ν’ αγαπάς, να σε στηρίξει, δεν πετυχαίνει τίποτα η νυχτερινή, μιας μόνο βραδιάς, παρέα, είπε διακόπτοντας τις σκέψεις μου. Το ότι νιώθω τόσο μόνος μπορείς να το καταλάβεις από το γεγονός ότι είσαι ο μόνος δημοσιογράφος που του παραχωρώ συνέντευξη. Και ίσως ο τελευταίος. Την πραγματική μου τύχη την κλώτσησα πολύ καιρό πριν, όταν τα χάλασα μαζί της. Τότε άρχισα να ανεβαίνω το Γολγοθά. Η δική μου διαφορά με το Χριστό είναι ότι εκείνος κουβαλούσε μόνο ένα σταυρό και πέθανε την ίδια μέρα, ενώ εγώ κουβαλάω ένα τρένο -το αγαπημένο μου μέσο- και πεθαίνω κάθε μέρα για πόσα χρόνια πια.
Η βλάσφημη παρομοίωσή του με συγκλόνισε.
- Έχω γνωρίσει πιο πολύ κόσμο από Εκείνον και σίγουρα έχω περισσότερους οπαδούς. Μόνο που εμένα δεν θα με σκοτώσουν. Με ξεχνάνε το επόμενο λεπτό που θα κλείσουν ένα μου βιβλίο.
Άλλαξα γρήγορα-γρήγορα, χωρίς προσχήματα τη συζήτηση. - Ποια θα είναι τα επόμενα βήματά σας;
- Θα εκδοθεί σύντομα το τελευταίο μου βιβλίο για το οποίο πήγα στην Αθήνα και τώρα πάω στο καταφύγιο που έχω στον Όλυμπο για να ξεκουραστώ στην ησυχία μου. Πριν από αυτό θα πάω σ’ εκείνη για να της ζητήσω συγνώμη και να δει ότι την αγαπώ ακόμη και πως της χρωστώ τη ζωή μου...
Σταμάτησε να μιλά και κοιτούσε έξω από το παράθυρό του. Ήμασταν στα Τέμπη και κοιτούσε επίμονα τα βουνά. Τον Όλυμπο και τον Κίσαβο. Γι’ αυτόν, βέβαια, έπαψαν να μαλώνουν και μόνο η ησυχία της ισοπαλίας υπήρχε. Μετά από ώρα μου είπε: “Αν κάτι πάει στραβά μ’ εκείνη θα αυτοκτονήσω από εδώ”. Ήταν τα τελευταία λόγια της συνέντευξής του. Δεν τα έβαλα στην εφημερίδα, αλλά στροβίλιζαν στο μυαλό μου.
Δυο-τρεις μέρες μετά επιστρέφοντας στην Αθήνα έμαθα ότι είχε αυτοκτονήσει. Η συνέντευξή μου είχε κάνει θραύση κι έγινα το επίκεντρο του δημοσιογραφικού κόσμου μια και ήταν τα πρώτα και τελευταία λόγια του σε ρεπόρτερ.
Κάποια από εκείνες τις μέρες έλαβα ένα γράμμα. Ήταν δικό του και με παρακαλούσε να το κρατήσω κρυφό. Με πληροφορούσε για το αίτιο του θανάτου του. Δεν ήταν ότι δεν τα βρήκαν.
...Όταν την έψαξα στη Σαλονίκη δεν τη βρήκα πουθενά. Ούτε το γραφείο της υπήρχε πια, ούτε έμενε στο ίδιο σπίτι. Έτσι για να μπορέσω να την βρω τηλεφώνησα ανώνυμα στους συγγενείς της. Η αδελφή της με πληροφόρησε ότι μετά το χωρισμό μας -χωρίς να με καταλάβει στο τηλέφωνο τόσο χρόνο μετά- αυτοκτόνησε στον γκρεμό που με έσωσε άλλοτε...



Το κείμενο αυτό το έγραψα το 1998. Διατήρησα τον αρχικό του τίτλο, αν και σήμερα τον κρίνω ιδιαίτερα ανεπιτυχή.

αναζητάς ποίημα;

Σε μια τόσο δύσκολη εποχή, η ποίηση οφείλει να μιλάει για τη ζωή των ανθρώπων και τις δυσκολίες, τα βάσανα της κοινωνίας κι όχι να κρύβεται στη σιωπή της αναγνωσιμότητας.

Το ιστολόγιο τούτο αποτελεί τον εναλλακτικό χώρο των ποιητικών διαδρομών του δείμου του πολίτη. Στόχος είναι εδώ να δημοσιεύονται όλες οι ποιητικές αναζητήσεις, πρωτόλειες, πρόχειρες ή ολοκληρωμένες.

Μέσα από μία διαφορετική, πειραματική γραφή μπορούμε να μιλήσουμε για όσα μας απασχολούν.

γίνετε μέλη του ιστότοπου

αρχείο